Λευκός Πύργος

Το κόκκινο φανάρι για τους πεζούς στη λεωφόρο Μεγάλου Αλεξάνδρου ανάβει για αρκετή ώρα – κι έτσι προλαβαίνεις να τον χαζέψεις και από αυτή του την πλευρά. Tο στιβαρό κτίριο στο όριο του κέντρου με την ανατολική πλευρά της πόλης, εξακολουθεί να αποτελεί σταθερό σημείο αναφοράς και προσανατολισμού σου. Ο πύργος ήταν μέρος των περιμετρικών τειχών της πόλης, εκεί όπου συναντιόνταν το ανατολικό τμήμα τους με το θαλάσσιο τείχος και τον χρησιμοποιούσαν αρχικά ως αμυντικό προπύργιο. Τον 18ο αι. αναφέρεται ως Φρούριο της Καλαμαριάς και το 19ο αι. ως Πύργος των Γενιτσάρων και Kanli Kule, δηλ. Πύργος του Αίματος, επειδή ήταν φυλακή βαρυποινιτών και η όψη του βαφόταν με αίμα από τις συχνές εκτελέσεις των φυλακισμένων από τους Γενίτσαρους. Το 1890, ενώ οι Οθωμανοί είχαν ήδη ξεκινήσει τη διαδικασία εξευρωπαϊσμού της πόλης, ασπρίστηκε με ασβέστη (όπως λέγεται τον έβαψε ένας φυλακισμένος, για να ξαναβρεί την ελευθερία του) και από τότε έμεινε η ονομασία Λευκός Πύργος (Beyaz Kule). Η ενέργεια θεωρείται συμβολική, καθώς εκείνη την περίοδο γκρεμίζονταν τα θαλάσσια τείχη και άρχιζε η κατασκευή της παραλιακής. Μέχρι τις αρχές του 20ού αι. τον περιέβαλλε χαμηλός οκταγωνικός περίβολος, ενισχυμένος με οκταγωνικούς πυργίσκους. Στο εσωτερικό του υπήρχε ησυχαστήριο για δερβίσηδες, πυριτιδαποθήκες και δεξαμενή νερού. Μετά την απελευθέρωση της Θεσσαλονίκης, το 1912, περιήλθε στο ελληνικό δημόσιο και είχε κατά καιρούς διάφορες χρήσεις. Στην αρχή του 20ού αι. στο χώρο γύρω του λειτουργούσε το περίφημο καφενείο και το «Θέατρο του Λευκού Πύργου», που κατεδαφίστηκαν το 1954. Σήμερα, στο εσωτερικό του λειτουργεί μόνιμη έκθεση που αφορά τη Θεσσαλονίκη από την εποχή της ίδρυσής της το 316/15 π.Χ. μέχρι τις μέρες μας.