Λαδάδικα

Οι Θεσσαλονικείς καλωσόρισαν και επιδοκίμασαν την πολυσυζητημένη αναβίωση των Λαδάδικων συχνάζοντας στα εστιατόρια και τα μπαρ που άνοιξαν μετά την αναμόρφωσή τους, που ολοκληρώθηκε γύρω στο 1996. Η περιοχή της αγοράς στο λιμάνι διατήρησε σε μεγάλο βαθμό τα χαρακτηριστικά της αρχικής της πολεοδομικής σχεδίασης και αρχιτεκτονικής. Ήταν από τα λίγα σημεία του κέντρου που γλίτωσαν από τη μεγάλη φωτιά του 1917. Ο βασικός αρχιτεκτονικός τύπος υιοθετήθηκε όταν η αγορά επανασχεδιάστηκε μετά τις πυρκαγιές του 1854 και του 1856 -και γι’ αυτό η διατήρησή της ήταν σημαντική, καθώς μας δείχνει πώς ήταν η αρχιτεκτονική του κέντρου πριν από τη μεγάλη πυρκαγιά. Τα κτίρια στα Λαδάδικα είναι κατασκευασμένα από πέτρα, ή σκούρο τούβλο της Φλαμανδίας και ξύλο -κυρίως στις στέγες και στα κουφώματα.
Όπως γράφει ο καθηγητής αρχιτεκτονικής του Α.Π.Θ. Νικόλαος Κ. Μουτσόπουλος, μετά την αναμόρφωση και επανάχρηση «οι λίθινες τοιχοποιίες πλουμισμένες καθ’ ύψος με ζώνες τυπικών βησάλων της εποχής, με ανοίγματα στεγασμένα με χαμηλωμένα τόξα, με σποραδικά μαντεμένιες κολόνες που κατασκεύαζε τότε μια ιταλική κομπανία -όλα αυτά έχουν αφεθεί εμφανή. Στο εσωτερικό των μαγαζιών έχουν μείνει στη θέση τους μηχανές, ενσωματωμένες στο νέο διάκοσμο ή ως έργα γλυπτικής αλλόκοτα και φοβερά».
 

Info
Η παλιά αγορά του λιμανιού της Θεσσαλονίκης, που είχε γίνει κέντρο του χονδρεμπορίου μεταξύ ανατολής και δύσης, λειτουργούσε εκεί που βρισκόταν το βυζαντινό λιμάνι. Στην τουρκοκρατία, αλλά και μετά την απελευθέρωση, ήταν υποβαθμισμένη. Πήρε το όνομα Λαδάδικα από τα ισόγεια μαγαζιά και αποθήκες όπου φύλαγαν τα λάδια και άλλα προϊόντα. Στα σοκάκια της, την εποχή του Α παγκόσμιου πολέμου και αργότερα, υπήρχαν οίκοι ανοχής. ΄Ηταν σε ακμή ακόμη και μετά τον Β’ παγκόσμιο πόλεμο, αλλά άρχισε να φθίνει μετά τους σεισμούς του 1978: καθώς το χονδρεμπόριο έσβηνε, οι αποθήκες εγκαταλείπονταν και στη δεκαετία του ’80 η εικόνα των ερειπωμένων κτιρίων ήταν τραγική. Η γειτονιά έγινε κακόφημη και δύσκολα μπορούσε κάποιος να περάσει από εκεί τη νύχτα, παρόλο που βρίσκεται στο κέντρο της πόλης– ενώ μόνο δέκα επιχειρήσεις είχαν μείνει σε λειτουργία. Το 1985 με κοινή απόφαση του Υπουργείου Πολιτισμού και του δήμου, η περιοχή κηρύχθηκε διατηρητέο μνημείο και απαγορεύτηκε το κτίσιμο πολυκατοικιών. Μετά από μελέτες αποφασίστηκε η διάσωση των κτισμάτων με τη χρηματοδότηση όμως και των ιδιωτών που θα είχαν τη νέα χρήση τους. Έτσι επισκευάστηκαν ιδιωτικά κτίρια με βάση συγκεκριμένες προδιαγραφές, αποκαταστάθηκαν κτίρια ιδιοκτησίας της Τράπεζας Μακεδονίας Θράκης και έγιναν από το δήμο αναπλάσεις των κοινόχρηστων χώρων και σωστικές επεμβάσεις.