Γιατί αγαπάμε την Άνω Πόλη

Κάτω από τα κάστρα και μέχρι την Κασσάνδρου περπατάς στην Άνω Πόλη. Ανάμεσα στα γκράφιτι, τα νεόκτιστα και τα παρκαρισμένα αυτοκίνητα, ανακαλύπτεις και θαυμάζεις στοιχεία της παραδοσιακής αρχιτεκτονικής. Η περιοχή διατηρεί την αρχική της ρυμοτομία με τα στενά, δαιδαλώδη σοκάκια που ανηφορίζουν και κατηφορίζουν, τα στριμωγμένα σπίτια και τις (λίγες πλέον) πλατείες. Σε πολλά σημεία, μάλιστα, η χάραξη παραμένει ίδια από το Βυζάντιο.
Στην περιοχή της Άνω Πόλης -που λεγόταν και Μπαϊρι (ανηφοριά)-, την εποχή της οθωμανικής κυριαρχίας, έμεναν οι Τούρκοι και ορισμένες μόνο συνοικίες, κυρίως γύρω από τις εκκλησίες, είχαν ελληνικό πληθυσμό. Ήταν αραιοκατοικημένη, αρχικά τουλάχιστον, και οι Τούρκοι διάλεξαν την προνομιούχα περιοχή επειδή είχε πιο ξηρό κλίμα, ασφάλεια και οπτική επαφή με τη θάλασσα για περιπτώσεις επιδρομών ή συρράξεων.

Μακεδονική και τουρκική αρχιτεκτονική «παντρεύτηκαν» στο κομμάτι αυτό της πόλης, ενώ νεοκλασικά ή εκλεκτικιστικά στοιχεία προστέθηκαν στα σπίτια των ντονμέδων Εβραίων. Τα χαμηλοτάβανα σπίτια με τους ωραίους κήπους, φτιαγμένα από ξύλο και πέτρα, ήταν διώροφα ή τριώροφα, με πολλά ανοίγματα και προεξέχουσα στέγη. Τα ομόρφαιναν τα σαχνισιά (οι κλειστές προεξοχές στην όψη, ή στις πλευρές), τα χαγιάτια, οι εξώστες, τα φουρούσια. Μετά τη Μικρασιατική καταστροφή και την ανταλλαγή πληθυσμών, πολλά από αυτά τα κατοίκησαν πρόσφυγες. Οι συνοικίες της γλίτωσαν από την πυρκαγιά του 1917 και επειδή τα οικόπεδα ήταν μικρά γλίτωσαν και από τους εργολάβους που …άλωσαν τη Θεσσαλονίκη το 1960-70. Έτσι, μέχρι ενός σημείου, η Άνω Πόλη προστατεύτηκε. Το 1979 εκδόθηκε προεδρικό διάταγμα το οποίο προέβλεψε (θεωρητικά) τη διατήρηση μόνο 45 κτισμάτων.
Το 1980, με τα επιδοτούμενα δάνεια που δόθηκαν, πολλοί κάτοικοι έκτισαν καινούργια σπίτια με συγκεκριμένες προδιαγραφές -όμως μετά από λίγα χρόνια αυτά τα δάνεια κόπηκαν και άνοιξε ο δρόμος για τους εργολάβους. Τα διατηρητέα έμειναν εγκαταλελειμμένα από την πολιτεία και οι ιδιοκτήτες τους συχνά τους έβαζαν οι ίδιοι φωτιά… Με την αναθεώρησή του προεδρικού διατάγματος, το 2000, μειώθηκαν οι συντελεστές δόμησης, μειώθηκαν τα ύψη των κτιρίων και ο αριθμός των διατηρητέων ανέβηκε σε 280 περίπου.