Αρχιτεκτονική

Η σύγχρονη Θεσσαλονίκη είναι αποτέλεσμα σαρωτικών αλλαγών που συνέβησαν από τα μέσα του 19ου αιώνα. Αντλώντας πληροφορίες από σχετική δημοσίευση του Καθηγητή του τμ. Αρχιτεκτόνων του ΑΠΘ, Νίκου Καλογήρου, μπορούμε να παρατηρήσουμε συνοπτικά τη διαδρομή των αλλαγών.
Η τειχισμένη πόλη της οθωμανικής περιόδου είχε γίνει ασφυκτική για τον πληθυσμό της το 19ο αιώνα, οπότε και η διοίκησή της αποφασίζει κατ΄ αρχήν την κατεδάφιση του τείχους στο παραλιακό μέτωπο (1867) και την κατασκευή προκυμαίας. Η μεγάλη πυρκαγιά του 1890 έδωσε διέξοδο σε νέες πολεοδομικές ρυθμίσεις. Το εύρος των επεμβάσεων και τα έργα που προέβλεπαν έφεραν στη Θεσσαλονίκη σημαντικούς αρχιτέκτονες μεταξύ των οποίων οι Β. Ποζέλι, Π. Αριγκόνι, Ξ. Παιονίδης και ο μηχανικός Ε. Μοδιάνο. Σ' αυτούς οφείλονται τα σημαντικότερα κτίρια της περιόδου που διασώζονται ακόμη. Η επέκταση της πόλης στα ανατολικά και έξω από τα τείχη, έγινε κυρίως από τους εύπορους κατοίκους της, που έκτισαν κατά μήκος της σημερινής λεωφόρου Β. Όλγας τις πολυτελείς βίλες τους. Η περιοχή αυτή ονομάστηκε συνοικία των Εξοχών.
Η δημόσια αρχιτεκτονική της περιόδου υιοθέτησε χωρίς παρεκκλίσεις την ευρωπαϊκή τυπολογία και τις ποικίλες μορφές του εκλεκτικισμού, δηλαδή του συνδυασμού διάφορων τάσεων σ’ ένα αρμονικό σύνολο.

XAΡΑΚΤΗΡΙΣΤΙΚΑ ΚΤΙΡΙΑ ΤΟΥ ΤΕΛΟΥΣ ΤΟΥ 19ου αι.

Η Μονή Λαζαριστών στη Σταυρούπολη (1885) είναι ένα από τα σημαντικά  κτίρια που σχεδιάστηκαν για τους μοναχούς του τάγματος των Λαζαριστών. Στην παλιά Φιλοσοφική Σχολή (1887) η αρχική τυπολογία με σχέδια του Β. Ποζέλι, προέκυπτε από περίκεντρη διάταξη με κεντρικό αίθριο. Στο Διοικητήριο, έδρα σήμερα του Υπουργείου Μακεδονίας-Θράκης (1891), ο Β. Ποζέλι αρθρώνει επίσης τους χώρους περιμετρικά τονίζοντας συμβολικά την πρόσοψη με τη μνημειακή κλίμακα. Το Στρατηγείο (1903) έργο κι αυτό του Β. Ποζέλι, με την επιμήκη πλατυμέτωπη οργάνωση αποκτά με «στρατιωτική» σαφήνεια τον απαραίτητο ιεραρχικό συμβολικό χαρακτήρα.
Οι μορφολογικές επιλογές της ελληνικής κοινότητας της Θεσσαλονίκης περιορίζονταν σε ένα αρκετά αυστηρό νεοκλασικό ύφος με στόχο την υποδήλωση ελληνικής ταυτότητας. Η ανοικοδόμηση του Ελληνικού Προξενείου (1893, σήμερα Μουσείο  Μακεδονικού Αγώνα) και της παλιάς Οικοκυρικής Σχολής στην Εγνατία (1893), με σχέδια του Ερνέστου Τσίλλερ, είναι χαρακτηριστικές περιπτώσεις. Ιδιόμορφο έργο είναι χωρίς αμφιβολία το Γενί Τζαμί του Β. Ποζέλι. Προς το τέλος της οθωμανικής περιόδου, το 1910, κτίστηκε ένα από τα σημαντικότερα εκλεκτικιστικά κτίσματα της Θεσσαλονίκης, το Τελωνείο στο λιμάνι, από τον Ελί Μοδιάνο.
Ο εκσυγχρονισμός του εμπορίου το 19ο αιώνα προκάλεσε την ανανέωση της τυπολογίας των αγορών και των καταστημάτων. Ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι τα Λαδάδικα. Οι εμπορικές στοές δημιουργούν μία ιδιαίτερα ενδιαφέρουσα τυπολογία, εμπλουτίζοντας τον αστικό ιστό. Ανάμεσα τους ξεχωρίζει η Στοά Σαούλ (1888). Στην αρχική μορφή της, που οφείλεται πιθανόν στον αρχιτέκτονα Β. Ποζέλι, αποτελούσε ένα «εμπορικό παλάτι» με γραφεία, καταστήματα και τον τραπεζικό οίκο του Σαούλ Μοδιάνο. Το αναστηλωμένο Κρατικό Ωδείο, στην οδό Φράγκων, είναι το κτίσμα που στέγαζε αρχικά την Οθωμανική Τράπεζα. Μετά την ανατίναξη του τον Απρίλιο του 1903 ανακατασκευάστηκε με μελέτη του Β. Ποζέλι και των μηχανικών Μπαρούχ και Αμάρ, οργανωμένο γύρω από έναν κεντρικό χώρο συναλλαγών. Ο εκσυγχρονισμός του λιανικού εμπορίου εκφράζεται με τη δημιουργία των πρώτων μεγάλων καταστημάτων. Το μέγαρο Στάιν με τον τονισμό της κατακορυφότητας  αποτελεί μοναδικό, στη Θεσσαλονίκη, δείγμα αναφοράς στα υψηλά κτίρια της Σχολής του Σικάγου.

Η ΕΞΕΛΙΞΗ ΤΗΣ ΑΡΧΙΤΕΚΤΟΝΙΚΗΣ ΤΟΝ 20ο αι.

Ένα από τα πρώτα δείγματα βιομηχανικής μεταλλικής κατασκευής, με εμφανείς οπτοπλίνθους είναι το Κεντρικό Αντλιοστάσιο (1890-94), που στεγάζει σήμερα το Μουσείο Ύδρευσης της πόλης. Στην ίδια περιοχή διασώζεται το επιβλητικό συγκρότημα της ζυθοποιίας ΦΙΞ. Στην ανατολική πλευρά της πόλης διασώζεται το συγκρότημα των μύλων Αλλατίνι.
Η πρώτη προβλήτα του τεχνητού λιμένα της Θεσσαλονίκης (1897-1904), με τις δύο συστοιχίες των αναστηλωμένων αποθηκών που αναπτύσσονται κατά μήκος της, αποτελεί ένα ενιαίο συγκρότημα βιομηχανικής αισθητικής με καθαρή έκφραση λειτουργικής αρχιτεκτονικής.
Η απελευθέρωση της Θεσσαλονίκης (1912) συμπίπτει με μια περίοδο έντονης εκσυγχρονιστικής προσπάθεια. Η ανοικοδόμηση του κέντρου της πόλης μετά τη μεγάλη πυρκαγιά του 1917, με σχέδια του Γάλλου αρχιτέκτονα-πολεοδόμου Ερνέστ Εμπράρ, συνδέεται με ένα μοντέρνο πρόγραμμα συνολικής ανάπλασης (1917-1921), όπου υιοθετούνται προωθημένοι μηχανισμοί σχεδιασμού, όπως ο αστικός αναδασμός και ο διαχωρισμός των λειτουργιών της πόλης σε συνδυασμό με νέα συστήματα δόμησης και ειδικούς κτιριοδομικούς κανονισμούς.
Η εικονογραφία του σχεδίου Εμπράρ εκφράστηκε σε μία μοναδική για τα δεδομένα της ελληνικής πόλης αστική σύνθεση μεγάλης κλίμακας, τη μνημειακή οδό Αριστοτέλους και την απόληξή της προς τη θάλασσα, την ομώνυμη πλατεία. Η επιβεβλημένη αρχιτεκτονική κατά μήκος του άξονα με αστικά κτίσματα που έχουν στη βάση τους στοά με τοξοστοιχία, αποτελεί μιαν ύστερη έκφραση του ευρωπαϊκού κλασικισμού και του μπαρόκ. Τα διακοσμητικά στοιχεία των προσόψεων είναι επηρεασμένα από βυζαντινά θέματα. Ωστόσο το σύνολο ακολουθεί χωρίς αμφιβολία τα παρισινά πρότυπα (όπως η οδός Ριβολί) και είναι συγγενέστερο με τα αραβίζοντα αποικιακά πρότυπα της περιόδου.
Το δοκιμασμένο από το 19ο αιώνα πρότυπο της ευρωπαϊκής πολυκατοικίας κυριαρχεί στην αστική αρχιτεκτονική της Θεσσαλονίκης κατά το μεσοπόλεμο. Χαρακτηριστικά παραδείγματα είναι το Μέγαρο ΧΑΝΘ (1924, αρχιτ. Μ. Δελλαδέτσιμας) εμπνευσμένο από το «νεοβυζαντινό» λεξιλόγιο της οδού Αριστοτέλους, το Βαλκανικό Κέντρο τύπου (αρχικά οικοδομή Κωνσταντινίδη, 1925, αρχιτ. Ι. Παπουνάς) με περίτεχνη  εκλεκτικιστική πρόσοψη, το «Κόκκινο Σπίτι» και το ξενοδοχείο «Βιέννη» (1925, αρχιτ. Γ. Καμπανέλλος). Η κεντρική Στοά Τροφίμων, γνωστή ως αγορά Μοδιάνο, ακολουθεί με εκσυγχρονισμένη μορφή το ευρωπαϊκό πρότυπο.
Η δημόσια αρχιτεκτονική της πρώτης μεσοπολεμικής περιόδου επαναφέρει τον ύστερο νεοκλασικισμό. Το περίοπτο συγκρότημα της Εθνικής Τράπεζας και της Τράπεζας της Ελλάδος (1928, αρχιτ. Α. Βάλβης και Ι. Ισιγόνης) παραπέμπει άμεσα στον αθηναϊκό νεοκλασικισμό. Το Εμπορικό και Βιομηχανικό Επιμελητήριο (Τσιμισκή 29, 1929, αρχιτ. Αδελφοί Δημητριάδη) ακολουθεί αυστηρά τα πρότυπα του όψιμου κλασικισμού.
Η αξιοποίηση των δυνατοτήτων που παρέχει το μπετόν αρμέ επιτρέπει μεγάλα υαλόφρακτα ανοίγματα. Το κομψό κατάστημα Άλβο (σήμερα Τράπεζα Πειραιώς, 1924, αρχιτ. Ζ. Μωσσέ) όπου ο κορμός και το κέντρο της βάσης αποτελούνται αποκλειστικά από υαλοστάσια, είναι ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα.
Η κοσμοπολίτικη διάσταση της εμπορικής αρχιτεκτονικής στο μεσοπόλεμο εκφράζεται με την πρώιμη εισαγωγή σχηματοποιημένων γεωμετρικών διακοσμήσεων (αρ ντεκό) και στοιχείων αφαιρετικού μοντερνισμού στις προσόψεις των αστικών πολυκατοικιών.

ΜΟΝΤΕΡΝΑ ΑΡΧΙΤΕΚΤΟΝΙΚΗ

Η πρωτοπορία της μοντέρνας αρχιτεκτονικής εισάγεται στη Θεσσαλονίκη του μεσοπολέμου με τα μεγάλα κρατικά εκσυγχρονιστικά προγράμματα και ιδιαίτερα με το πρόγραμμα σχολικής στέγης.
Η Ιταλική Σχολή
A. Manzoni (Πλ. Βαρδαρίου, 1933, σήμερα Εθνική Τράπεζα) αποτελεί ένα ολοκληρωμένο δείγμα αστικής ορθολογικής σύνθεσης με εμφανείς ιταλικές καταβολές. Από τις πρώτες επιτυχείς προσαρμογές αμιγούς μοντέρνας σύνθεσης στα δεδομένα του συνεχούς αστικού ιστού, είναι τα ιδιωτικά εκπαιδευτήρια Βαλαγιάννη στην οδό Αγ. Σοφίας.

Ένας παράλληλος δίαυλος εισαγωγής του μοντέρνου ορθολογισμού στο μεσοπολέμου είναι τα βιομηχανικά κτίρια. Χαρακτηριστικός είναι ο διάσημος «Μύλος» και το συγκρότημα του υφαντουργείου Υφανέτ (1930, αρχιτ. Α. Νικόπουλος και Κ. Κοκορόπουλος). Αξιοθαύμαστο είναι και το Πειραματικό Σχολείο Θεσσαλονίκης (1933-36) έργο μοναδικό του Δημήτρη Πικιώνη. Στην πρώτη μεταπολεμική περίοδο υπάρχει μία αμφιταλάντευση μεταξύ των «συντηρητικών» εκδοχών ενός αφαιρετικού κλασικισμού και της οριστικής επικράτησης του μοντερνισμού που ολοκληρώνεται στη δεκαετία του ΄60. Χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι ο Σιδηροδρομικός Σταθμός, ένα κλασικίζον ορθολογιστικό συγκρότημα, όπου η αρχική μελέτη (1936, αρχιτ. Κλάινσμιτ και Γιόρνταν) συμπληρώθηκε το 1960 από τους αρχιτέκτονες Σ. Μολφέση και Θ. Παπαγιάννη.
Το Θέατρο της Εταιρείας Μακεδονικών Σπουδών (1952-62, αρχιτ. Β. Κασσάνδρας), αν και θεωρήθηκε αναχρονιστικό και συντηρητικό την εποχή της αποπεράτωσής του, χαρακτηρίζεται αναμφίβολα από την άρτια διευθέτηση δύο επάλληλων αιθουσών θεαμάτων. Η γειτονική Λέσχη Φρουράς Θεσσαλονίκης (1953, αρχιτ. Π. Μυλωνάς) με την υποχώρηση της κοίλης πρόσοψης της μεγάλης αίθουσας προσαρμόζεται στο σημείο αναφοράς της περιοχής που είναι ο Λευκός Πύργος.
Μία από τις σημαντικότερες πολεοδομικές ενότητες αμιγούς εφαρμογής της μοντέρνας αρχιτεκτονικής στη Θεσσαλονίκη είναι η Πανεπιστημιούπολη. Η περίπτωση της Διεθνούς Έκθεσης της Θεσσαλονίκης, παρά τη σημερινή κυριαρχία των διάσπαρτων βιομηχανικών στεγάστρων που αναιρούν πλήρως την εικόνα ενός οργανωμένου δημόσιου χώρου, αξίζει να αναφερθεί ιδιαίτερα, καθώς υπήρξε ένα προνομιακό πεδίο εφαρμογής μορφολογικών και τεχνολογικών πειραματισμών.
Ανάμεσα στα δημόσια κτίρια της περιόδου ξεχωρίζει το Αρχαιολογικό Μουσείο Θεσσαλονίκης (Πλ. ΧΑΝΘ, 1960), το ωριμότερο έργο του Π. Καραντινού. Σε ένα διαφορετικό κόσμο, στο όριο στεριάς και θάλασσας, κινείται ο Ναυτικός Όμιλος Θεσσαλονίκης (1960-62) του αρχιτέκτονα Κ. Καψαμπέλη. Στο Πατριαρχικό Ίδρυμα Πατερικών Μελετών της Μονής Βλατάδων (1966-69) ο Ν. Μουτσόπουλος έχει ως σημείο εκκίνησης το μοναστηριακό πρότυπο του βορειοελλαδικού χώρου.